ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΑΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Κ.Δ.Δ. ΜΕ ΤΟ Ν. 4446/2016- Α΄ 240 (αφορά αποκλειστικώς στις διοικητικές διαφορές ουσίας) Νικόλαος Δρακόπουλος- Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Σελίδα
13
/13
Σελίδα 1 από 13

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΑΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

ΤΟΥ Κ.Δ.Δ. ΜΕ ΤΟ Ν. 4446/2016- Α ́ 240 (αφορά αποκλειστικώς στις

διοικητικές διαφορές ουσίας)

Νικόλαος Δρακόπουλος- Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Σημ.: Προς διευκόλυνση της ανάγνωσης, γίνεται αναφορά στα άρθρα

του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκαν με τις διάφορες διατάξεις του Ν.

4446/2016.

AΡΘΡO 5 παρ. 2 ΚΔΔ: ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ

ΔΙΚΗ

Η θεσπισθείσα ρύθμιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του

προβλήματος της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών

κυρώσεων για την αυτή πράξη, εν όψει της αρχής ne bis in idem, για το λόγο

δε αυτό, στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4446/2016, γίνεται σχετικώς επίκληση

στην Απ.ΕΔΔΑ «Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας» της 13.07.2010. Η επέκταση

της δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων, πέρα από τις αμετάκλητες

καταδικαστικές, και από τις αντίστοιχες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών

δικαστηρίων, θεωρούμε ότι θέτει τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας σε

δικαιοδοτικώς «υποτελή» θέση έναντι των ποινικών, παράλληλα δε,

παραγνωρίζει τη, νομολογιακά θεμελιωμένη1

, θεωρία περί αυτοτέλειας των,

κατά κανόνα, αντικειμενικώς επιβαλλομένων και, κατ’ αρχήν, μη συνδεομένων

με την ηθικοκοινωνική απαξία, διοικητικών κυρώσεων σε σχέση με τις

διάφορες ποινές. Ιδιαιτέρως προβληματική από θεσμολογική άποψη

παρουσιάζεται η επίμαχη ρύθμιση, κατά το μέτρο που επιβάλλει στα διοικητικά

1 Βλ. ενδ. ΣτΕ 3182/2010. Για την έννοια της διοικητικής κύρωσης, βλ.,

αντί πολλών, Ιω. Δημητρακόπουλου, Διοικητικές Κυρώσεις και Θεμελιώδη

Δικαιώματα: Σύνταγμα- ΕΣΔΑ- Δίκαιο ΕΕ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2014

(ιδίως Πρώτο Μέρος).
Σελίδα 1 από 13
Σελίδα 2 από 13

δικαστήρια δέσμευση ακόμη και από τα αποφαινόμενα να μην απαγγελθεί

κατηγορία βουλεύματα, εφ’ όσον αυτά έχουν καταστεί αμετάκλητα, εκτός αν η

απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων

που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παραβάσεως (με βάση τη

γραμματική διατύπωση της διάταξης, η τελευταία αυτή προϋπόθεση

δέσμευσης αφορά και στις προαναφερθείσες αθωωτικές αποφάσεις).

AΡΘΡΑ 6 ΚΔΔ: ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ –

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Διευρύνεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού

πρωτοδικείου, η οποία πλέον θα αφορά σε φορολογικές και τελωνειακές εν

γένει διαφορές με αντικείμενο που θα υπερβαίνει το ποσό των 60.000 ευρώ

μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ. Συνεπώς, εφ’ εξής, το μονομελές

διοικητικό πρωτοδικείο θα εκδικάζει τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει

διαφορές με αντικείμενο έως 60.000 ευρώ, το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο

θα εκδικάζει τις αντίστοιχες διαφορές με αντικείμενο από 60.001 ευρώ ως

150.000 ευρώ και το τριμελές διοικητικό εφετείο θα εκδικάζει τις αντίστοιχες

διαφορές με αντικείμενο από 150.001 ευρώ και άνω. Θετικό στοιχείο της

ρύθμισης είναι η σχετική «ομογενοποίηση» της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του

μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου διά της καταργήσεως μίας –από τις

πολλές στον παρόντα Κώδικα- διαφοροποιήσεις στη δικονομική «μεταχείριση»

των φορολογικών εν γένει διαφορών σε σχέση με τις λοιπές διαφορές ουσίας.

Αμφίβολο, πάντως, είναι εάν η εν λόγω ρύθμιση, που ενισχύει την καθ’ ύλην

αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου, τελεί σε αρμονία με το

σκοπό της επιτάχυνσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης.

Θετική, εξ άλλου προς την κατεύθυνση της άρσεως της σχετικής

νομολογιακής διχογνωμίας, παρίσταται η ρητή «διευκρίνιση», στην παρ. 2

περ. δ ́ του άρθρου 6 ΚΔΔ, ότι, στις διαφορές, των οποίων η εκδίκαση ανήκει

στους Προέδρους Πρωτοδικών, καταλέγονται και οι προκύπτουσες από την

εφαρμογή των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 ΚΦΔ (Ν.4174/2013- Α ́ 170).Εξ
Σελίδα 2 από 13
Σελίδα 3 από 13

ίσου θετική είναι και η προσθήκη σχετικού εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου

63 του ως άνω νόμου, με το οποίο προβλέπεται ότι δεν χωρεί ενδικοφανής

διαδικασία για την παραδεκτή εκδίκαση των διαφορών παρ. 2 περ. δ ́ του

άρθρου 6 ΚΔΔ, εν όψει της φύσεώς τους.

ΑΡΘΡΟ 17 ΚΑΙ 19 παρ. 3 ΚΔΔ: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Οι εισαχθείσες ρυθμίσεις εναρμονίζουν το άρθρο 17 του Κ.Δ.Δ. περί

εξαίρεσης δικαστών με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Κ.Πολ. Δ., αλλά η

τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 19 του Κ.Δ.Δ. προκειμένου να

προβλεφθεί ότι, αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι λόγοι εξαίρεσης είναι

απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, επιβάλλει στον αιτούντα τις κυρώσεις της

παρ. 2 του άρθρου 42 του ίδιου Κώδικα (χρηματική ποινή έως 1.500 ευρώ),

παρίσταται προβληματική από την άποψη ότι η άσκηση αίτησης εξαίρεσης

έχει, κατά κανόνα, ιδιαίτερο «ηθικοδικαϊκό» υπόβαθρο και δεν πρέπει να

συνδυάζεται η, για τεχνικούς λόγους, όπως είναι π.χ. οι αναγόμενοι στο

παραδεκτό αυτής, απόρριψή της με την επιβολή χρηματικών ποινών.

Λυσιτελής, από την άποψη της αποφυγής καταχρηστικής άσκησης αιτήσεων

εξαίρεσης, θα ήταν μία ρύθμιση που θα πρόβλεπε άσκησή τους κατόπιν

καταβολής αυξημένου ποσού παραβόλου.

ΑΡΘΡΟ 27 ΚΔΔ : ΔΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ- ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Η αντικατάσταση του ορίου των 590 ευρώ της περ. α ́ της παραγράφου

2 του άρθρου 27 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ώστε να μπορούν οι

διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους να διενεργούν

διαδικαστικές πράξεις χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο κατά την εκδίκαση των

χρηματικών διαφορών, όταν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των

χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ (αν πρόκειται δε για φορολογική εν γένει
Σελίδα 3 από 13
Σελίδα 4 από 13

διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, όταν ο κύριος φόρος δεν

υπερβαίνει το ποσό αυτό), παρίσταται αλυσιτελής και επιβαρύνει με

«ανωφελείς» υποθέσεις τα ήδη υπερφορτωμένα δικαστήρια της ουσίας,

ενθαρρύνει δε τα διάδικα μέρη στην αποφυγή της επιδίωξης εξωδικαστικής

επίλυσης των «μικροδιαφορών». Ακόμη, τελεί σε δικαιοπολιτική αντίφαση,

άλλως λογική αναντιστοιχία, με τη γενικευμένη δυσχέρανση της προσβασης

στη δικαστική προστασία, εμφανή αλλαχού στον παρόντα Κώδικα, όπως π.χ.

αυτή προκύπτει από την καθιέρωση της ενδικοφανούς διαδικασίας στις

φορολογικές διαφορές ως διαδικαστικής προϋπόθεσης του παραδεκτού των

ενδίκων βοηθημάτων.

ΑΡΘΡΑ 126 και 128 ΚΔΔ: KATAΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ

ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΚΗ

Η εισαχθείσα ρύθμιση, με την οποία καταργείται το δικονομικό βάρος

της επίδοσης της φορολογικής προσφυγής με επιμέλεια του προσφεύγοντος

(σχετ. τα άρθρα 27 του ν. 3900/2010 και 26 του ν. 4274/2014), είναι θετική

υπέρ της «ομογενοποίησης» των περί την προδικασία διατάξεων του Κώδικα.

Εξ ίσου θετικό σημείο ότι η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες

(άρθρο 21 Ν.4446/2016).

ΑΡΘΡΟ 126Α ΚΔΔ

Οι ρυθμίσεις των παρ. 1,3 και 4 αποτελούν λύσεις για την παράκαμψη

ορισμένων χρονοβόρων και γραφειοκρατικών διαδικασιών σε περίπτωση

εφαρμογής του άρθρου 126 Α, καθώς, από την πράξη, προκύπτει ότι δεν είναι

απαραίτητη πάντοτε η αναμονή από το συμβούλιο του διοικητικού φακέλου,

προκειμένου να απορριφθεί ένδικο βοήθημα ή μέσο ως προδήλως

απαράδεκτο (παρ. 1). Πάντως, η θεσμοθέτηση της δυνατότητας και του

εισηγητή να προτείνει την παραπομπή της υπόθεσης σε συμβούλιο (παρ. 4)

συναρτάται αναγκαίως με την εισαγωγή, εν τοις πράγμασι λειτουργία και, εν
Σελίδα 4 από 13
Σελίδα 5 από 13

τέλει, διατήρηση του θεσμού του εισηγητή δικαστή, πριν τη συζήτηση, στις

διαφορές ουσίας (προσφυγές), για τον οποίο (θεσμό) υπάρχουν σοβαρές

ενστάσεις. Τέλος, προς το σκοπό της επιτάχυνσης είναι θετικό ότι δίνεται η

ευχέρεια στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή το δικαστή

που διευθύνει το δικαστήριο να παραπέμπουν σε άλλα δικαστήρια υποθέσεις

που έχουν εισαχθεί αναρμοδίως στο δικαστήριο που προϊστανται (παρ. 3).

Θετική, προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης, παρίσταται και η

ρύθμιση (παρ. 6 του άρθρου 126Α

Κ.Δ.Δ.) για καταβολή αυξημένου

παραβόλου (τριπλάσιου του εκάστοτε ισχύοντος ποσού με βάση την περ. α ́

της παρ. 2 του άρθρου 277 ΚΔΔ, εν όψει της μη πρόβλεψης για καταβολή

παραβόλου επί ασκήσεως αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής), στην

περίπτωση υποθέσεων που εισάγονται με το ένδικο βοήθημα της αγωγής και

των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο ακροατήριο παρά την έκδοση απόφασης

σε συμβούλιο κατά το άρθρο 126 Α.

AΡΘΡΟ 126Β: EIΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΙ ΑΓΩΓΩΝ ΓΙΑ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Η εισαγωγή του θεσμού της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης

διαφορών (σε συμβούλιο) από αγωγές για απαιτήσεις από την εκτέλεση

διοικητικών συμβάσεων (αρμοδιότητας διοικητικών εφετείων) δεν συνάδει, όχι

τόσο με την ίδια τη φύση των δικαστικών καθηκόντων, όσο με την ίδια την

παράδοση της διοικητικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, τη στιγμή μάλιστα που η

διαδικασία του δικαστικού συμβιβασμού ουδέποτε απέδωσε ιδιαίτερους

καρπούς στην ελληνική έννομη τάξη, ατονεί ήδη και σε επίπεδο Ειρηνοδικείου.

Παρά ταύτα, επιχειρείται εκ νέου η «δοκιμή» της στο, ιδιαίτερης βαρύτητας,

αντικείμενο των αγωγών για απαιτήσεις από την εκτέλεση διοικητικών

συμβάσεων.
Σελίδα 5 από 13
Σελίδα 6 από 13

AΡΘΡΑ 127 παρ. 2, 128Α

, 129 παρ. 2, 133 παρ. 2 και 5 ΚΔΔ: EIΣΑΓΩΓΗ

ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΥΣΙΑΣ

(ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ) ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ

Εισάγεται ο θεσμός του εισηγητή δικαστή στις διαφορές ουσίας (πλην

όσων εισάγονται με αγωγή). Η ρύθμιση καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.

5 του άρθρου 24 Ν.4446/2016, και τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν

έχει ορισθεί δικάσιμος. Σε περίπτωση σώρευσης αγωγής με άλλο ένδικο

βοήθημα θα ορίζεται εισηγητής, εφ’ όσον τούτο απαιτείται για ένα από αυτά. Ο

πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το

δικαστήριο ή ο πρόεδρος του τμήματος, αμέσως μετά την κατάθεση του

ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, με πράξη του επ’ αυτού, ορίζει τον εισηγητή

δικαστή (τόσο για τις υποθέσεις τριμελούς, όσο και μονομελούς σύνθεσης)

και δίνει εντολή να ανακοινωθεί η δικογραφία σε αυτόν, έχοντας την ευχέρεια

να τον αντικαταστήσει με άλλον σε περίπτωση κωλύματος. Ο εισηγητής, σε

συνεργασία, εφ’ όσον τούτο κρίνεται απαραίτητο, με τον πρόεδρο του

συμβουλίου διεύθυνσης ή τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή τον

πρόεδρο του τμήματος, θα φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου

χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και για τη διενέργεια των

επιδόσεων εκ μέρους της γραμματείας και θα συντάσσει συνοπτική εισήγηση

όταν θα ανακύπτουν ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως. Η εισήγηση

αυτή θα επισυνάπτεται στον φάκελο το αργότερο 3 ημέρες πριν από τη

συζήτηση, ενώ, σε περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεσης, ο διάδικος θα

δύναται να ζητήσει αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Κατά τη συζήτηση,

εφ’ όσον θα έχει συνταχθεί εισήγηση, αυτή θα αναγιγνώσκεται από τον

εισηγητή.

Oι ανωτέρω ρυθμίσεις όχι μόνο δεν υπηρετούν τη στοχοθεσία της

επιτάχυνσης της διοικητικής δίκης ουσίας, αλλά αγνοούν τόσο την παράδοση

όσο και τη λειτουργία των δικαστηρίων της ουσίας, μόνο δε δικαιοπολιτικό

τους έρεισμα (εν όψει της εξαίρεσης των αγωγών από το πεδίο εφαρμογής

του θεσμού) έχουν, ενδεχομένως, το εξεταστικό σύστημα που διέπει την

εκδίκαση των προσφυγών ουσίας στη χώρα μας (χωρίς, βεβαίως, να γίνεται
Σελίδα 6 από 13
Σελίδα 7 από 13

σχετική αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου). Εισήχθησαν χωρίς

λήψη υπ’ όψη, αφ’ ενός, του τρόπου προσδιορισμού, εκδίκασης και χρέωσης

των δικαστών στις υποθέσεις ουσίας, αφ’ ετέρου, της σοβαρής επιβάρυνσης

των δικαστών, σε σχέση και με τον όγκο των εκκρεμών υποθέσεων.

Αφαιρούν πολύτιμο χρόνο του δικαστή της ουσίας, χρόνο αναγκαίο για την

επεξεργασία των υποθέσεων που όντως συζητούνται, κατόπιν εκδικάσεώς

τους από τον ίδιο (επί μονομελούς συνθέσεως) ή αναθέσεώς τους

(«χρεώσεως») σ’ αυτόν (επί τριμελούς συνθέσεως) ως εισηγητή υπό το

προϊσχύσαν σύστημα. Ακόμη, παραβλέπουν α) την έλλειψη υλικοτεχνικών

υποδομών και επαρκούς ανθρώπινου δυναμικού σε πολλά διοικητικά

δικαστήρια της χώρας (ιδίως σε πρωτοδικεία της επαρχίας), σε αντίθεση με το

Συμβούλιο της Επικρατείας, β) τις διαφορές στη νομική φύση μεταξύ

προσφυγής ουσίας και αίτησης ακυρώσεως, γ) την πιθανότητα σημαντικό

μέρος της σχετικής δικαιοδοτικής εργασίας να λαμβάνει, σε κάθε δικάσιμο,

χώρα εις μάτην, καθώς θα αφορά σε απαράδεκτα ελλείψει νομιμοποίησης

ένδικα βοηθήματα και δ) την παρούσα, γενικώς διαπιστωμένη, αδυναμία της

Διοίκησης να ανταποκριθεί στους ρυθμούς εργασίας των ελλήνων διοικητικών

δικαστών. Μόνη λύση, από την επιβράδυνση, που, με βεβαιότητα, θα

προκύψει στην απονομή της δικαιοσύνης από τις νέες ρυθμίσεις, είναι η

κατάργηση του θεσμού του “εισηγητή” δικαστή, καθώς δεν είναι χρήσιμος ούτε

στο, αδιάφορο για τον ευσυνείδητο εφαρμοστή του δικαίου, επίπεδο των

εντυπώσεων, εν όψει του ότι οι υποθέσεις παραμένουν –από θεωρητική και

πρακτική άποψη- εκκρεμείς.

Τέλος, η πρόβλεψη, στο άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ, ότι η δήλωση

παράστασης από το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. δεν επιφέρει καμία συνέπεια, αν δεν

έχει διαβιβαστεί εκπρόθεσμα ο διοικητικός φάκελος, παρίσταται ως ήσσονος

σημασίας και έχει προφανή στόχο την άσκηση (αμφίβολης) πίεσης προς τη

Διοίκηση, ώστε να διαβιβάζει εγκαίρως το διοικητικό φάκελο. Σημειωτέον ότι ο

τελευταίος, μαζί με τη σχετική έκθεση απόψεων, διαβιβάζεται στο Δικαστήριο

τριάντα ημέρες, τουλάχιστον, πριν από τη δικάσιμο (νέο εδ. α ́ της παρ. 2 του

άρθρου 129 Κ.Δ.Δ.). Η τελευταία αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει, σύμφωνα με

την παρ. 5 του άρθρου 23 Ν.4446/2016, και τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις

οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος
Σελίδα 7 από 13
Σελίδα 8 από 13

AΡΘΡΟ 142 παρ. 2 ΚΔΔ

Η κατάργηση δίκης, ακόμη και πριν ορισθεί δικάσιμος, εφ’ όσον έχει

εκλείψει το αντικείμενό της, συντελεί στην μείωση της εκκρεμότητας των

δικαστηρίων, αρκεί να προσμετράται στη δικαστική «χρέωση»..

AΡΘΡΟ 194 ΤΟΥ ΚΔΔ

Μεταφέρεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών

Διοικητικών Δικαστηρίων (αντί του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου

Επιθεώρησης) η αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται και να ερευνά αν είναι

δικαιολογημένη ή όχι η υπέρβαση οκταμήνου. Η διάταξη από μόνη της δεν

έχει πειθαρχική χροιά και συνιστά ήσσονος σημασίας μεταβολή.

.

AΡΘΡΟ 202 παρ. 2, 6, 205Α Κ.Δ.Δ.- ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

ΚΑΘΕΑΥΤΗΣ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ –

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 209 Α ΚΔΔ – ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ

Από τη γραμματική ερμηνεία του νέου άρθρου 202 παρ. 2 ΚΔΔ

προκύπτει ότι, στις χρηματικού περιεχομένου διαφορές –στις οποίες

συμπεριλαμβάνονται οι φορολογικές και τελωνειακές τέτοιες- , το δικαστήριο

δύναται πια να ορίζει, με την απόφασή του επί σχετικής αίτησης, ότι το

ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων

μέτρων αναγκαστικής είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή

τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής επί συγκεκριμένων περιουσιακών

στοιχείων του αιτούντος, αντιμετωπίζοντας έτσι προβλήματα εφαρμογής που

ανέκυψαν με την προηγούμενη διατύπωση της παρ. 2 (όπως είχε

αντικατασταθεί με το άρθρο 34 του Ν.3900/2010), υπό το φως μάλιστα της

ερμηνείας που προκρίθηκε με την ΕΑ ΣτΕ 496/2011. Επανεισάγεται, συνεπώς,
Σελίδα 8 από 13
Σελίδα 9 από 13

προς ενίσχυση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής

προστασίας, που καταλαμβάνει και την προσωρινή τέτοια, η δυνατότητα

χορήγησης αναστολής «καθ’ εαυτής» στις φορολογικές και τελωνειακές

διαφορές, όπως και στις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, και αίρεται η

θεσμοθέτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας «δύο ταχυτήτων» στις

διαφορές ουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξισορροπείται η δυνατότητα να

επιτρέπεται, αντιστρόφως, κατόπιν αιτήσεως της Διοίκησης στο Δικαστήριο, η

άμεση (καθ’ ολοκληρίαν) εκτέλεση πράξεων φορολογικής ή τελωνειακής

αρχής, εφ’ όσον έχει ασκηθεί προσφυγή κατ’ αυτών με μερικώς ή ολικώς

ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 205Α

ΚΔΔ). Η τελευταία ρύθμιση έχει

χαρακτήρα νομοθετικού «παράδοξου», αφού είναι αντιφατική η επιλογή του

νομοθέτη να παρέχει στη Διοίκηση τη δυνατότητα, ανεξαρτήτως υπό ποιες

προϋποθέσεις, να ζητεί κατ’ ουσίαν την αναστολή του, μερικού ή ολικού,

ανασταλτικού αποτελέσματος, που ο ίδιος επέλεξε να έχει η άσκηση

προσφυγής σε ορισμένες κατηγορίες, χρηματικού περιεχομένου, διαφορών.

Τέλος, η ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση χορήγησης

αναστολής, η υπόθεση έπρεπε να προσδιορίζεται, κατά προτεραιότητα, εντός

έτους από τη δημοσίευση της απόφασης αναστολής ή έξι μηνών σε

περίπτωση φορολογικής ή τελωνειακής υπόθεσης (202 παρ. 6 Κ.Δ.Δ.),

έπασχε από έλλειψη πραγματισμού, κρίθηκε από την εφαρμογή της στην

πράξη, ενείχε δε, σε κάθε περίπτωση, τον κίνδυνο να αποβεί σε βάρος της

επίκαιρης εκδίκασης άλλων κατηγοριών υποθέσεων, εξ ίσου σημαντικών, αν

και όχι πάντοτε από την άποψη της (ενδεχόμενης) είσπραξης δημόσιων

εσόδων (π.χ. κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές), οπότε ορθώς καταργήθηκε με

το άρθρο 27 του Ν. 4446/2016. Ορθή, εξ άλλου, από δικαιοπολιτικής

άποψης, παρίσταται και η κατάργηση του άρθρου 209Α

ΚΔΔ με το άρθρο 28

του Ν. 4446/2016.

AΡΘΡΟ 276 ΚΔΔ- ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΑ ΠΕΝΙΑΣ

Η διεύρυνση του κύκλου των δικαστικών λειτουργών, που μπορούν να

επιλαμβάνονται αιτημάτων παροχής ευεργετήματος πενίας, είναι προς την
Σελίδα 9 από 13
Σελίδα 10 από 13

κατεύθυνση της εξορθολογισμένης αντιμετώπισης της συγκεκριμένης

δυνατότητας των διαδίκων, εν όψει και της οικονομικής κρίσης.

ΑΡΘΡΟ 277 ΚΔΔ- ΠΑΡΑΒΟΛΑ

Η νέα ρύθμιση της παρ. 3, κατά την οποία ως αντικείμενο της διαφοράς

στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές, εν γένει,

διαφορές, επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων με κοινή προσφυγή,

λογίζεται το άθροισμα της διαφοράς του κυρίου φόρου, δασμού κλπ. έχει

θετική χροιά και βαίνει παραλλήλως προς την, επικρατούσα διεθνώς,

δικονομική τάση για ευέλικτες ερμηνείες της έννοιας της «συνάφειας», που

έχει ήδη αποτυπωθεί στις σχετικές διατάξεις του ΚΔΔ.

ΑΛΛΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 30 Ν. 4446/2016: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ (ΚΑΙ

ΕΦΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟ ΤΟΥ 2013

Ανατίθεται στους προέδρους πρωτοδικών η αρμοδιότητα εκδίκασης

εκκρεμών ένδικων βοηθημάτων επί υποθέσεων των περιπτώσεων β ́ και γ ́

της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ΚΔΔ, ήτοι αρμοδιότητας μονομελούς

διοικητικού πρωτοδικείου, τα οποία ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2012 και για τα

οποία δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, και, σε δεύτερο βαθμό, σε εφέτες

μονομελούς διοικητικού εφετείου. Πρόκειται για έκτακτη δικονομική ρύθμιση,

προσωρινού χαρακτήρα, η οποία μπορεί μεν να αποσείει μικρό μέρος της

επιβάρυνσης από τους πρωτοδίκες, αλλά ακολουθεί το κακό προηγούμενο

«αντιμετάθεσης» της ευθύνης για την εκδίκαση των διαφόρων υποθέσεων

ανάμεσα στους διάφορους δικαστικούς βαθμούς, χωρίς σοβαρή ωφέλεια από

την άποψη της επιτάχυνσης.
Σελίδα 10 από 13
Σελίδα 11 από 13

Λυσιτελέστερη, προς το σκοπό της επιτάχυνσης, θα ήταν, κατά την

άποψή μας, η εισαγωγή διαδικασίας στον ΚΔΔ, στο πλαίσιο της οποίας, για

ορισμένα πρόστιμα χαμηλού ύψους, θα υφίσταται η δυνατότητα (χωρίς

σχετική υποχρέωση προς τούτο) έκδοσης αποφάσεως επί της έδρας (και,

ακολούθως, σύνταξης συνοπτικής αποφάσεως-πρακτικού, προσμετρώμενου

στην ετήσια χρέωση και παραγωγή του εκδόντος δικαστή), κατά την κρίση του

προεδρεύοντος του οικείου δικαστικού σχηματισμού (εφ’ όσον, π.χ. το σχετικό

δικόγραφο είναι άκυρο ή αόριστο ή υφίσταται πάγια νομολογία του ΣτΕ επί

των οικείων διατάξεων και το πραγματικό δεν αμφισβητείται από τα διάδικα

μέρη).

ΑΡΘΡΟ 37 Ν.4446/2016:

Το εδάφιο α` της παρ. 2 του άρθρου 42 KΔΔ προβλέπει πλέον ότι, αν

ο ιδιώτης διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο

δικαστικός πληρεξούσιός του υποπέσει σε παράβαση των κανόνων της

προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού, το δικαστήριο, με την

οριστική του απόφαση, επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή από εκατόν

πενήντα (150) έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, ενώ η παράγραφος 3 του

άρθρου 93 του ίδιου Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «3. Προκειμένου για

χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο

εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με

ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του

οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή

τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με τα άρθρα 206

επ. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή

τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του

εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».

Περαιτέρω, με το νέο εδάφιο γ ́, που τίθεται στην παράγραφο 3 του

άρθρου 135 του Κώδικα, ορίζεται ως προϋπόθεση της παραδεκτής άσκησης

της διαδικαστικής πράξης της υποβολής αιτήματος αναβολής (πλην

περιπτώσεων αποχής δικηγόρων) η κατάθεση παραβόλου υπέρ του Ταμείου
Σελίδα 11 από 13
Σελίδα 12 από 13

Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), ύψους α) τριάντα (30)

ευρώ, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, β) ποσού σαράντα (40) ευρώ,

ενώπιον του τριμελούς πρωτοδικείου και γ) ποσού πενήντα (50) ευρώ,

ενώπιον του εφετείου (στις περιπτώσεις που το αίτημα υποβάλλεται από το

ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ως διάδικο, το παράβολο καταβάλλεται υπέρ του Δημοσίου. Αν

υποβάλλεται κοινό αίτημα από περισσότερους διαδίκους κατατίθεται ένα

παράβολο από τους αιτούντες, που επιμερίζεται ισομερώς σε αυτούς). Το ήδη

αποκαλούμενο «αναβολόσημο», αφ’ ενός, ενισχύει τον εισπρακτικό

χαρακτήρα που τείνει να αποκτήσει η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων

της ουσίας για την ελληνική Πολιτεία, αφ’ ετέρου, περιορίζει σημαντικά την

εξουσία διεύθυνσης της δίκης από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό.

Τέλος, αναπροσαρμόζονται, για πολλοστή φορά, δημιουργώντας τη

σχετική ανασφάλεια δικαίου στο, μη ενασχολούμενο ειδικώς με τις διοικητικές

διαφορές, δικηγόρο, τα ποσά παραβόλου της παρ. 2 του άρθρου 277 του

Κ.Δ.Δ. Συγκεκριμένα, τα ποσά διαμορφώνονται ως εξής: α) για την ένσταση

κατά τα άρθρα 246 και 269, την αντένσταση κατά το άρθρο 256, την

προσφυγή και την ανακοπή κατά το άρθρο 217 σε εκατό (100) ευρώ και για τις

αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και την αίτηση

διόρθωσης ή ερμηνείας σε πενήντα (50) ευρώ, β) για την ανακοπή

ερημοδικίας και την τριτανακοπή σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για την

έφεση και για την αντέφεση σε διακόσια (200) ευρώ και για την αίτηση

αναθεώρησης σε τριακόσια (300) ευρώ. Εξαιρετικά, το παράβολο της

προσφυγής σε διαφορές από άσκηση προσφυγής ασφαλισμένου σε φορέα

κοινωνικής ασφάλισης, παραμένει στο ύψος των είκοσι πέντε (25) ευρώ.

Ακόμη, σύμφωνα με τα εδάφια α` και β` της παραγράφου 3 του άρθρου 277,

ορίζεται ότι, κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και

τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και

την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το ένα τοις εκατό (1%) του

αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων

(15.000) ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων

(3.000) ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο

και μέχρι του ορίου των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καταλογίζεται, αν

συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της
Σελίδα 12 από 13
Σελίδα 13 από 13

προσφυγής ή της έφεσης. Τέλος, στο ίδιο άρθρο, προστίθεται παράγραφος

12, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις των παραγράφων 9 και 10 αυτού δεν

εφαρμόζονται για το παράβολο που κατατίθεται σύμφωνα με το άρθρο 135

παράγραφος 3 εδάφιο γ`, το οποίο εκπίπτει πάντοτε υπέρ εκείνου, για τον

οποίο έχει εκδοθεί. Σημειωτέον, ότι τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 3 του

άρθρου 277 ΚΔΔ εφαρμόζονται ως ανωτέρω από 23.01.2017, δυνάμει των

άρθρων 37 και 45 Ν. 4446/2016. Για τη συνταγματικότητα της διάταξης του

277 παρ. 3 ΚΔΔ, που θέσπισε αναλογικό παράβολο, εξαιρετικώς, στις

χρηματικού περιεχομένου, φορολογικές και τελεωνειακές, εν γένει, διαφορές,

βλ. σχετ. τη ΣτΕ 1687/2012.

Ανεξαρτήτως της λυσιτέλειας των σχετικών αυξομειώσεων στα ποσά,

πρέπει να επισημανθεί ως θετικό το γεγονός ότι, σε αντίθεση με

προγενέστερες περιπτώσεις αντίστοιχων τροποποιήσεων, λήφθηκε, εν

προκειμένω, τουλάχιστον, η μέριμνα να προβλεφθεί, με μεταβατική διάταξη

(άρθρο 44 Ν. 4446/2011), ότι τα δικαστικά τέλη, παράβολα και λοιπά

καταβλητέα ποσά, όπως διαμορφώνονται ήδη, καταβάλλονται για τα ένδικα

βοηθήματα, τα ένδικα μέσα, τις αιτήσεις και τα άλλα δικόγραφα που

υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, εκτός αν, σε

ειδικότερες διατάξεις του, ορίζεται διαφορετικά. Έτσι δεν καταλείπεται

αμφιβολία ως προς τη μη κατάληψη των εκκρεμών ένδικων βοηθημάτων κ.λπ.

από τις νέες διατάξεις για τα ζητήματα αυτά. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, με το

άρθρο 45 του Ν. 4446/2016, ως χρόνος έναρξης ισχύος του επίμαχου Μέρους

(Τρίτου) αυτού, ορίζεται ένας μήνας μετά τη δημοσίευσή του (22.12.2016),

εκτός αν, σε ειδικότερες διατάξεις του, ορίζεται διαφορετικά.
Σελίδα 13 από 13
Σελίδα 13 από 13